Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Πώς θα βγούμε από την «κοιλάδα του θανάτου» της εκπαίδευσης;



Δουλεύω στο γραφείο μου και απ’ το παράθυρό μου βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα. 
Τα σχολεία δεν έχουν ανοίξει μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων λόγω του… Τηλέμαχου (όχι του Ομηρικού, του μετεωρολογικού...).

Και θυμάμαι  ένα πρωί, όταν ήμασταν παιδιά εγώ κι η αδερφή μου, που βγήκαμε στον κήπο και παίζαμε με το χιόνι που έπεσε απρόσμενα τη νύχτα και μ’ όλη τη σοφή σιωπή του κάλυψε τα πάντα. Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη και εξαγνισμένη η μικρή μας πόλη, τα σχολεία είχαν κλείσει, και τα παιδιά,  διπλά ευτυχισμένα, έφτιαχναν χιονάνθρωπους...

Σκέφτομαι ότι πάντα τα παιδιά νιώθουν την ίδια χαρά όταν δεν έχουν σχολείο, αφού γλιτώνουν από την πίεση και ξεφεύγουν από την… εύφορη κοιλάδα της ανίας και της ρουτίνας του σχολείου…

Θυμάμαι  τον αγαπημένο μου Sir Ken Robinson (συγγραφέα και σύμβουλο σε θέματα εκπαίδευσης, σας τον έχω ξανασυστήσει…) και την ομιλία που είχα παρακολουθήσει στο διαδίκτυο (TED Talks Education, Ideas worth spreading),
«Πώς να δραπετεύσουμε απ' την κοιλάδα του θανάτου της εκπαίδευσης».                                             
Ο Sir Ken Robinson παρουσιάζει 3 αρχές, σημαντικές για την πρόοδο του ανθρώπινου μυαλού, και περιγράφει πώς η τρέχουσα εκπαίδευση δουλεύει εναντίον τους. Στην  ανατρεπτική ομιλία του, μας λέει πώς να βγούμε από την εκπαιδευτική «Κοιλάδα του Θανάτου» που τώρα αντιμετωπίζουμε και πώς να γαλουχήσουμε τις νεότερες γενιές μέσα σ' ένα κλίμα δυνατοτήτων.

Όπως λέει λοιπόν και ο Sir Robinson, τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο αλλά έχουν αποκοπεί από αυτό, δεν το απολαμβάνουν, δεν έχουν κανένα πραγματικό όφελος απ’ αυτό.  Υπάρχουν βέβαια πρωτοβουλίες που προσπαθούν να βελτιώσουν την εκπαίδευση,  όλα όμως φαίνεται να βαίνουν προς τη λάθος κατεύθυνση.

Συνεχίζει λέγοντας πως υπάρχουν τρεις αρχές πάνω στις οποίες ακμάζει η ανθρώπινη ζωή, αλλά αντικρούονται από την κουλτούρα της εκπαίδευσης κάτω από την οποία οι περισσότεροι δάσκαλοι πρέπει να εργάζονται και οι περισσότεροι μαθητές πρέπει να υπομένουν.

Παραθέτω αποσπάσματα:
« Η πρώτη αρχή είναι αυτή:
Τα ανθρώπινα όντα είναι διαφορετικά και ποικιλόμορφα από τη φύση τους. 


(Όσοι είναι γονείς και  έχουν 2 ή περισσότερα παιδιά, διαπιστώνουν  πως είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους...) 
Η εκπαίδευση  όμως βασίζεται στην ομοιομορφία, όχι στη διαφορετικότητα. 

Αυτό που τα σχολεία ενθαρρύνονται να κάνουν, είναι να βρουν τι μπορούν να επιτύχουν τα παιδιά μέσα σε ένα στενό φάσμα επιτευγμάτων. Ένα από τα αποτελέσματα του εκπαιδευτικού συστήματος  είναι η προσήλωση στους τομείς των Θετικών Επιστημών και της Τεχνολογίας που, αναμφίβολα, είναι πολύ σημαντικοί.  Δεν σκοπεύω να επιχειρηματολογήσω εναντίον αυτών, λέει ο Robinson. Αντιθέτως, είναι αναγκαίοι κλάδοι, αλλά δεν είναι επαρκείς. Η αληθινή εκπαίδευση οφείλει να δώσει ίση βαρύτητα στις τέχνες, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τη φυσική αγωγή. Κι αυτό όχι Τέλος φόρμεπειδή οι ενασχολήσεις αυτές βελτιώνουν τους βαθμούς των μαθηματικών. Είναι σημαντικές επειδή μιλούν σε κομμάτια της ύπαρξης των παιδιών που μένουν, κατά τα άλλα, ανέγγιχτα».

Συνεχίζοντας, κάνει λόγο για το ότι όλο και περισσότερα παιδιά πλέον διαγιγνώσκονται με διάφορες «παθήσεις» κάτω από τον ευρύ τίτλο της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής (ΔΕΠΥ). Και σχολιάζει:  «Δεν λέω πως δεν υπάρχει αυτό.  Απλά δεν πιστεύω πως είναι τέτοια επιδημία. Αν βάλετε τα παιδιά να κάθονται με τις ώρες, και να κάνουν χαμηλής ποιότητας γραφειοκρατική εργασία, μην εκπλαγείτε αν αρχίσουν να νευριάζουν. Τα παιδιά στη πλειοψηφία τους δεν πάσχουν από κάποια παιδική πάθηση. Πάσχουν από παιδική ηλικία. (!) Τα παιδιά ευημερούν καλύτερα σε ένα ευρύ πρόγραμμα σπουδών που αγκαλιάζει τα διάφορα ταλέντα τους, κι όχι ένα μικρό μέρος τους».  

[…] «Η δεύτερη αρχή που ωθεί την ανθρώπινη ζωή ν' ακμάζει είναι η περιέργεια
Αν μπορείτε ν' ανάψετε τη σπίθα της περιέργειας σε ένα παιδί, πολύ συχνά μαθαίνει χωρίς καμία περαιτέρω βοήθεια. Τα παιδιά είναι μαθητές εκ φύσεως. Είναι πραγματικό επίτευγμα να σβήσεις αυτήν την ικανότητα, ή να την καταπνίξεις... Η περιέργεια είναι η κινητήρια δύναμη της επιτυχίας.
Τώρα, ο λόγος που το λέω αυτό είναι ότι, ένα απ' τα αποτελέσματα της σημερινής κουλτούρας, αν μπορώ να το πω έτσι, είναι ο απο-επαγγελματισμός των δασκάλων.  Δεν υπάρχει σύστημα στον κόσμο ή σχολείο στη χώρα που να είναι καλύτερο από τους δασκάλους του. Οι δάσκαλοι είναι η ψυχή της επιτυχίας των σχολείων.
Αλλά η διδασκαλία είναι μια δημιουργική διαδικασία. Η διδασκαλία, όταν είναι κατάλληλα σχεδιασμένη, δεν είναι ένα σύστημα χορήγησης. Δεν είσαι εκεί μόνο για να μεταλαμπαδεύεις αφομοιωμένη πληροφορία. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι το κάνουν αυτό, αλλά αυτό που επίσης κάνουν είναι να καθοδηγούν, να ερεθίζουν, να προκαλούν, να κινούν την προσοχή.

[…] Βλέπετε, στο τέλος, η εκπαίδευση αφορά τη μάθηση. Εάν δεν μαθαίνεις κάτι, δεν υπάρχει εκπαίδευση. Οι άνθρωποι μπορούν να μιλούν ατέλειωτες ώρες για την εκπαίδευση, χωρίς ποτέ να μιλήσουν για τη μάθηση. Το όλο νόημα της εκπαίδευσης είναι να καταφέρεις να μάθουν οι άνθρωποι. Μπορεί να ασχολείσαι με μια ασχολία αλλά να μην επιτυγχάνεις κάτι… […]
Μπορεί να καταπιάνεσαι με τη διδασκαλία, αλλά να μην την ολοκληρώνεις. Ο ρόλος του δασκάλου είναι να διευκολύνει τη μάθηση. Αυτό είναι όλο. Μέρος του προβλήματος είναι, νομίζω, πως η κυρίαρχη κουλτούρα της εκπαίδευσης, έχει επικεντρωθεί όχι στη διδασκαλία και τη μάθηση, αλλά στην εξέταση. Η εξέταση είναι σημαντική. Οι τυποποιημένες εξετάσεις, έχουν κι αυτές τη θέση τους. Δεν μπορούν όμως να είναι η κυρίαρχη κουλτούρα της εκπαίδευσης. Θα έπρεπε να είναι διαγνωστικές. Να βοηθούν.

Όλα αυτά όμως θα έπρεπε να υποστηρίζουν τη μάθηση, όχι να την καταστέλλουν, όπως γίνεται πολύ συχνά. Έτσι, στη θέση της περιέργειας, αυτό που έχουμε, είναι μια κουλτούρα συμμόρφωσης. Τα παιδιά μας και οι δάσκαλοι ενθαρρύνονται ν' ακολουθούν αλγόριθμους ρουτίνας αντί να διεγείρουν αυτή τη δύναμη της φαντασίας και της περιέργειας».

Πόσο ταυτίζομαι!!!! Κι ας επαναλαμβάνονται κάποια πράγματα, ίσως έτσι να αποτυπωθούν εντέλει...

Σας αποχαιρετώ με τα λόγια του ποιητή:

Κι αν χιονίζει στο πνεύμα
κι αν κρυώνουν οι μεγάλες ιδέες
ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει...  
                                           (Νίκος Καρούζος)

(Η τρίτη αρχή κατά Robinson, λόγω τού ότι χρήζει μεγάλης ανάλυσης, θα ακολουθήσει στο επόμενο άρθρο…)


Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Τα εκπαιδεύουμε ή τα ...παιδεύουμε;



Δύο πρόσφατα περιστατικά από τη σχολική τάξη με έβαλαν πάλι σε σκέψεις…

1ο: Δευτέρα, 7η ώρα, στη Γ’ λυκείου, προσπαθώντας να διδάξω Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ένιωθα ότι μιλούσα στον… τοίχο. 
Τα παιδιά, σε κατάσταση ραθυμίας και απροθυμίας, είχαν μια προφανή άρνηση να παρακολουθήσουν και να συνεργαστούν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου... 
«Αμάν βρε παιδιά», ξέσπασα ενοχλημένη, «τόσο βαρύ είναι πια το μάθημα;»

Η ομόφωνη απάντηση ήταν ότι ΝΑΙ, η μάθηση, όπως γίνεται στο σχολείο και το φροντιστήριο, τους φαίνεται βαρύς εξαναγκασμός και νιώθουν την κούραση να τα κατακλύζει… Δεν βλέπουν την ώρα να ξεκινήσουν οι διακοπές για να κοιμηθούν και να ξεκουραστούν…

2ο: Μια μαθήτρια της Β’ Λυκείου έλεγε απέξω (όχι όμως κι ανακατωτά...) ένα κεφάλαιο από την Ιστορία Ανθρωπιστικών Σπουδών Γ’ Λυκείου (στα φροντιστήρια έχουν ήδη ξεκινήσει την ύλη των Πανελλαδικών...) σε μια συμμαθήτριά της, που κρατούσε το βιβλίο. Κατάλαβα ότι το παιδί επαναλάμβανε μηχανικά τις λέξεις που είχε αποστηθίσει και για τις οποίες είχε λιγοστή ή καθόλου κατανόηση, πόσο μάλλον για όλο το κεφάλαιο… Και ήταν επίσης προφανές ότι δεν είχε κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτά που «μάθαινε», απλώς έπρεπε να το κάνει… 
Την πλησίασα και τη ρώτησα μια δυο λέξεις από το κείμενο που προσπαθούσε να απομνημονεύσει, και δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι σήμαιναν! Όταν της εξήγησα, το μουτράκι της έλαμψε, και φώτισε όλη η παράγραφος που διάβαζε! 
Στη συνέχεια, χείμαρρος ακολούθησαν οι ερωτήσεις της και για άλλες λέξεις που είχε συναντήσει αλλά δεν γνώριζε τη σημασία τους…

Αυτή δυστυχώς δεν είναι μία μεμονωμένη περίπτωση που έτυχε να παρατηρήσω, είναι ο κανόνας... 
Το έχω ξαναπεί: οι περισσότεροι μαθητές πλέον -κι αυτό είναι πολύ λυπηρό- μελετούν μόνο και μόνο γιατί «πρέπει», και για να περάσουν στις εξετάσεις. Σπανίζει η πραγματική θέληση και πρόθεση του παιδιού για μάθηση, για γνώση…

Ωστόσο, η πρώτη πορτούλα που πρέπει να ανοίξει προκειμένου να ξεκινήσει η μελέτη, είναι η πρόθεση και η προθυμία για γνώση. Αν αυτή παραμείνει κλειστή, τότε μπορεί  να υπεισέλθει κανείς σε πράγματα όπως ένα σύστημα εκπαίδευσης βασισμένο σε πλήρη, λέξη προς λέξη απομνημόνευση, που δεν θα έχει σαν τελικό αποτέλεσμα το κέρδος οποιασδήποτε γνώσης. 

Αυτό είναι το παρόν εκπαιδευτικό μας σύστημα…

Η εκπαίδευση, όπως εφαρμόζεται σήμερα, είναι μια πολύπλοκη εξεταστική και διορθωτική τεχνολογία. Δεν είναι πραγματική εκπαίδευση. 
Είναι μια προσπάθεια να μεταδώσεις μια πληροφορία από ένα σημείο Α σε ένα σημείο Β ή από τη διάνοια Α' στη διάνοια Β'. Και στη συνέχεια, να εξετάσεις τον Β' με ποικίλους τρόπους, αν αποτύπωσε αυτό που του επιβλήθηκε να «μάθει». (Και αν δεν περάσει το συγκεκριμένο είδος εξετάσεων θεωρείται αποτυχημένος...)

Μ’ άλλα λόγια, το εκπαιδευτικό σύστημα έχει δομηθεί με βάση το γεγονός ότι η εκπαίδευση καθεαυτή έχει ήδη αποτύχει.

Κάθεται κάποιος επί χρόνια στα θρανία...   

Αναλογιστείτε την πίεση και τον εξαναγκασμό που πρέπει να υποστεί ένας μαθητής. Τρομερή πίεση, τρομερή πειθαρχία, βαριά κι ασήκωτη! Για ποιο λόγο; Για να τον κάνουμε να συνεχίσει την εκπαίδευση και να μελετήσει τα μαθήματά του για τις εξετάσεις. 

(Δεν ξέρω, νομίζω πως δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να κάνουμε κάποιον να μελετήσει κάτι για το οποίο ενδιαφερόταν…)

Αν υπάρχει τόσος εξαναγκασμός για να κάνει τους μαθητές να μάθουν, καταλήγουμε να έχουμε ένα είδος διορθωτικής τεχνολογίας -που μπαίνει με τόση δύναμη στον χώρο μόνο και μόνο γιατί οι μαθητές δεν κατάλαβαν τίποτε από την αρχή. 


Πόσος εξαναγκασμός νομίζετε ότι θα χρειαζόταν για να κάνετε έναν μαθητή να μάθει τι είναι το Β τη στιγμή που του έχει διαφύγει το Α; Ας υποθέσουμε ότι αυτό θα γινόταν σε άλλες 10, 100, 500, 1000 περιπτώσεις και κείμενα στη σχολική ζωή κάποιου. Τι αποτέλεσμα νομίζετε ότι θα είχαμε;
Θα έλεγα πως θα είχαμε μια επαρκή εξήγηση για το γεγονός ότι ένας μαθητής της Γ' Λυκείου κάνει τις ίδιες ασκήσεις στη γλώσσα με έναν μαθητή της Δ' Δημοτικού (πρόκειται για διαπιστωμένο γεγονός...), ή για το ότι πολλοί μαθητές χάνουν τη ζωντάνια και το ενδιαφέρον τους καθώς προχωράνε από τάξη σε τάξη, κοκ...

Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί εξαναγκασμός γιατί ποτέ κανένας δεν θα είχε μάθει τίποτα, τα παιδιά δεν θα είχαν μορφωθεί, κι αυτό είναι ίσως καλύτερο από το τίποτα… ίσως… 
(Προσωπικά δεν το πιστεύω, αλλά μπορεί κάποιος να βγάλει αυτό το συμπέρασμα...)

Κι αν κάθε φορά που κάποιος μαθητής τα έβρισκε σκούρα στην πορεία κι εμείς απλώς συνεχίζαμε να τον πιέζουμε, πού λέτε ότι θα κατέληγε; Ε, μάλλον, θα βρισκόταν σε πολύ περίεργη κατάσταση…Δεν θα είχε ιδέα τι έκανε. Θα είχε απομακρυνθεί τόσο πολύ από το θέμα, και θα το μεταχειριζόταν σαν κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που είναι πραγματικά. Κι αυτό θα οδηγούσε σε απουσία εφαρμογής. 

Κι επειδή πιέζεται, ο μαθητής τώρα πρέπει να βρει άλλον τρόπο. Πρέπει να βγάλει όλον αυτό τον εξαναγκασμό από τη ζωή του. Οπότε, δεν προσπαθεί να τα κατανοήσει όλα αυτά, αλλά τα μεταφέρει κάπου αλλού, τα συνθλίβει και τα καταπιέζει, και λέει: Ε, λοιπόν, να πάνε στον διάολο κι αυτά! 

Δεν είναι ότι αυτά τα δεδομένα είναι άχρηστα...
Η εκπαίδευση, κατά κάποιον τρόπο, συνδέεται με την επιβίωση, αλλά την έχουν καταλάβει λάθος και την έχουν πάρει στραβά.
Όλα αυτά τα παιδιά καταλήγουν σε μια τεράστια περιοχή, αυτή της δυσανασχέτησης και της ημιμάθειας ή της αμάθειας…(Και βέβαια, από τη στιγμή που εφαρμόζουμε κάτι τέτοιο στην εκπαίδευση και το θεωρούμε ως την «κανονική», αποδεκτή διαδικασία, θα ξεμείνουμε γρήγορα από πραγματικά μορφωμένους ανθρώπους…)

Ας αναλογιστούμε απλά το εξής: όταν το «Τι θα γίνεις εσύ;» είναι η ερώτηση που αιωρείται καυτή στον αέρα,  ή δηλώσεις του τύπου «Δεν θα πετύχεις ποτέ στη ζωή σου», είναι στην ημερησία διάταξη, πώς φαντάζεστε ότι νιώθουν τα παιδιά;
Πώς θα νιώθαμε εμείς στη θέση τους; 
Ποιος είναι ο λόγος να χρησιμοποιούμε τόση πίεση; 
Επειδή δεν ξέρουμε πώς να διδάξουμε το παιδί να μελετά σωστά και να αγαπά τη μελέτη γιατί ξέρει το πώς και το γιατί...

Υπάρχει λοιπόν, αυτή η τεράστια κοινωνική πίεση. Από την άλλη, υπάρχει μια δήθεν τεχνολογία αντί κάποιας πραγματικής. Πώς μπορεί να αλλάξει αυτό; 

                                                Η συνέχεια μετά τις διακοπές... 
(Εν τω μεταξύ, ας αφήσουμε τα παιδιά μας να ξεκουραστούν και να ζήσουν λίγο σαν παιδιά...)


Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

Στον δάσκαλό μας με αγάπη...


Σε μία πρόσφατη επίσκεψή μου στη Θεσσαλονίκη, συνάντησα έναν δάσκαλο που -για μένα- αποτελεί πρότυπο εκπαιδευτικού!

Κουβεντιάζοντας, μέσα στα πλαίσια μιας παρέας, άρχισε να μου κινεί το ενδιαφέρον ο τρόπος που μιλούσε για τα «παιδιά» του. Σταδιακά, ανακάλυπτα ένα εναλλακτικό -για το ελληνικό δημόσιο σχολείο- εκπαιδευτικό μοντέλο, δυναμικό και υπέροχα διαδραστικό.

Και όταν είδα το βίντεο που είχε ετοιμάσει για τη λήξη της σχολικής χρονιάς και την αποφοίτηση των μαθητών της ΣΤ΄Δημοτικού, εκεί πραγματικά συνειδητοποίησα τι μπορεί να καταφέρει ένας άνθρωπος με αγάπη και μεράκι για τη δουλειά του και τους μαθητές του!

Τα 17 αυτά τυχερά παιδιά, που είχαν από την Δ' Δημοτικού τον «κύριό τους», μιλούσαν με αγάπη κι ενθουσιασμό για το σχολείο και είχαν αποκομίσει τις καλύτερες εμπειρίες απ' αυτό!

Και τι δεν είχαν κάνει με τον δάσκαλό τους αυτά τα 3 χρόνια!

Εκτός από τα αυτονόητα μαθήματα και τη διδακτέα ύλη (που, κατά γενική ομολογία, διδασκόταν με τον πλέον ευχάριστο και εποικοδομητικό τρόπο), τα παιδιά είχαν... μαθητεύσει σε εργαστήρια ζωγραφικής, χειροτεχνίας, μαγειρικής, ραπτικής, κηπουρικής, κεραμικής αλλά και μουσικής, με την καθοδήγηση του δασκάλου τους (που είναι και εξαίρετος μουσικός, παρεμπιπτόντως...)Η τάξη τους δεν είχε την κλασική, τυπική διάταξη, αλλά ήταν δομημένη με τρόπο που να  ευνοεί την επικοινωνία μεταξύ τους, τη συνεργασία και τις δραστηριότητες.

Τα παιδιά δεν ήταν διαρκώς καθηλωμένα σ' ένα θρανίο, υπήρχε μια υγιής -και χωρίς αταξία- κινητικότητα μέσα στην τάξη. Το καθένα είχε τον χώρο του και τη θέση του μέσα σ' αυτή, την ένιωθαν δική τους και ένιωθαν ότι ανήκουν εκεί! Φαινόταν στη λάμψη των ματιών τους!


Με εξέπληξε ευχάριστα η ομαδικότητα και η αλληλεγγύη που είχε αναπτυχθεί, καθώς τα παιδιά δούλευαν συλλογικά όπου ήταν εφικτό, και το ένα βοηθούσε το άλλο. Ακόμα και τα πιο «κλειστά» παιδιά συμμετείχαν μέσα σ' αυτό το κλίμα, αφού δεν ένιωθαν ανταγωνισμό ή φόβο μήπως επικριθούν και υποτιμηθούν.Φαινόταν στην πρόθεσή τους να είναι εκεί!  (Και μην ξεχνάμε ότι ένα από τα πιο σκληρά πράγματα που πρέπει να δεχτεί ένα άτομο  είναι όταν εξαναγκάζεται σε κάτι που δεν είναι της δικής του επιλογής, και όταν το τοποθετούν στον χώρο και ορίζουν τον χρόνο του χωρίς να είναι δική του επιλογή, όπως κάνουμε με τα παιδιά κατά την εκ-παίδευσή τους...)
Έβλεπα τα παιδιά να πλάθουν με τα χέρια τους τον πηλό και να δημιουργούν ό, τι φαντάζονταν, και ένιωθα ότι πλάθονταν μαζί, με τον πιο γλυκό τρόπο, και οι ψυχές τους και οι σχέσεις τους!

Τα έβλεπα να κάνουν ασκήσεις επιβίωσης με σκηνές στην αυλή του σχολείου, να γελάνε με την ψυχή τους στα ομαδικά παιχνίδια που σκάρωναν, να αγκαλιάζονται και να γίνονται μια ομάδα με κοινό σκοπό: να μεγαλώσουν και να προκόψουν και να γίνουν ευτυχισμένοι ενήλικες...

Έβλεπα να αξιοποιούνται οι πραγματικά εντυπωσιακές ικανότητες που έχουν τα παιδιά -οι ικανότητές τους για δημιουργία και καινοτομία, που συνήθως σπαταλάμε αλύπητα…

Είδα τις φατσούλες τους από τη γέννησή τους μέχρι τα δώδεκά τους χρόνια στο «πορτρέτο» που είχε φτιάξει ο δάσκαλός τους για το κάθε παιδί ξεχωριστά. Έβλεπα τα παιδιά να μεγαλώνουν και να μαθαίνουν, να αγαπούν τη μάθηση, να εκδηλώνουν τις δυνατότητές τους και να ανθίζουν!
Κι ο δάσκαλός τους μας μιλούσε για το κάθε παιδί με αγάπη, γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του, τα χαρίσματά του και τις δυσκολίες του: «η Αντωνία μου», «ο Νικόλας μου», «ο Γιώργης μου»..., σαν να μιλούσε για δικά του παιδιά. 

Και τα παιδιά μιλούσαν με πολύ θαυμασμό και αγάπη για τον καλύτερο δάσκαλο, τον πιο γελαστό, ευχάριστο και διασκεδαστικό, αυτόν που έκανε το παιχνίδι «μάθημα» και το μάθημα «παιχνίδι»!

Τη ζήλεψα αυτή την επαφή!

Έτσι πρέπει να είναι, σκέφτηκα, ο δάσκαλος/εκπαιδευτικός. Έτσι πρέπει να είναι για να βοηθά τα παιδιά να πλάσουν τον εαυτό τους και να αποκτήσουν γνώση, όχι μόνο τη σχολική, αλλά της ζωής της ίδιας!

Το να είναι κανείς δάσκαλος απαιτεί λαμπρή φαντασία, και επινοητικότητα, και κατάθεση ψυχής!!!

Αν κάποιος επιθυμεί να διδάξει ένα θέμα με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα θα ήταν καλό
να το παρουσιάσει στην πιο απλή και ενδιαφέρουσα μορφή του, αλλά και να είναι έτοιμος ως εκπαιδευτικός να μάθει από τους μαθητές. Και να γίνεται κι αυτός παιδί μαζί τους, να καταλαβαίνει τις ανάγκες τους και τις επιθυμίες τους και να δημιουργεί στη διδασκαλία τη χαρά του παιχνιδιού!!!

Παρατηρούμε ότι υπάρχει λιγοστό ενδιαφέρον για παιχνίδι για οποιονδήποτε έχει μεγαλώσει -έστω και λίγο- ηλικιακά. Κι όμως, σχεδόν όλοι μας μπορούμε να θυμηθούμε, έστω και φευγαλέα, τη μεθυστική και ισχυρή έκσταση που προσφέρει η δράση και η ανάμειξη σε δραστηριότητες. Γίνεται αμυδρή, κατά κύριο λόγο, γιατί υποτίθεται ότι μεγαλώνοντας κανείς πρέπει να «σοβαρεύεται» και να κάνει τη δουλειά του, και η δουλειά έχει οριστεί κατά κάποιον τρόπο ως αντίθετο της διασκέδασης και ως «απουσία παιχνιδιού». 

Ο εκπαιδευτικός όμως που βλέπει το λειτούργημά του ως «δουλειά» (ή, ακόμα χειρότερα,  ως «δουλεία»...) και το ασκεί «σοβαρά» και αυστηρά, στερεί από τα παιδιά αλλά και από τον ίδιο την πολύτιμη αυτή μέθεξη και χαρά, που συντελείται μέσα από το «παιχνίδι» και την πραγματική επικοινωνία.

Αν δεν θέλουμε να έχουμε έναν πολιτισμό εκτός επικοινωνίας, ας δούμε πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερη στοργή, πραγματικότητα και επικοινωνία με τα παιδιά μας, με τους μαθητές μας, με τη νέα γενιά που μας έχει ανατεθεί να εκπαιδεύσουμε. Και ας το κάνουμε αυτό με τον πιο ωραίο, ευχάριστο και παιγνιώδη τρόπο!!! Η ανταμοιβή είναι σπουδαία!!!

ΥΓ: Το βίντεο έκλεινε με το ποίημα του Γ. Δροσίνη «Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο».
Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους εσάς που κάνατε τον κόπο να διαβάσετε αυτές τις αράδες και που πιστεύετε στην παιδικότητα...

«Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο
σα θησαυρό να το φυλάξεις
τους λογισμούς, τους πόθους σου άλλαξε,
μ' αυτό ποτέ να μην αλλάξεις.
Όποτε της ζωής τα ψεύτικα
κι άσχημα, σφίγγουν την καρδιά σου,
μέσα σ' ό,τι φύλαξες παιδιάτικο
θα βρίσκεις την παρηγοριά σου.
Κι όταν χλωροφυλλιάσει η όψη σου
και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια,
μόνο ό,τι φύλαξες παιδιάτικο
θα μείνει απείραχτο απ' τα χρόνια».