Καλέ μου φίλε...
Μια ακόμη εβδομάδα με πολλή δουλειά και τρέξιμο, όμως τώρα όλα καλά, χαλαρώνω και ξαναδιαβάζω το τελευταίο σου γράμμα. Μου γράφεις πως σου έλειψαν οι γραφικοί τύποι και πως τους έχουμε ανάγκη. Θυμήθηκα λοιπόν έναν τέτοιο τύπο, μια από τις φιγούρες των παιδικών μου χρόνων, που η ρουτίνα της καθημερινής τους παρουσίας τους μετέτρεπε σε «αόρατους». Άκου λοιπόν...
Η φιγούρα ήταν ο Θανάσης ο Παπίνας. Ο Θανάσης ο
Παπίνας -Παπίνας ήταν το παρατσούκλι του- ήταν ένας άνθρωπος πανταχού παρών:
στα διαλείμματα του σχολείου (τότε τα σχολεία στα χωριά δεν είχαν κυλικεία, και
ίσως ούτε και τώρα), κάθε Κυριακή στην απόλυση της εκκλησίας και αργότερα, το
απόγευμα της ίδιας μέρας, στον ποδοσφαιρικό αγώνα. Δεν υπήρχε μέρα που να μην
τον δούμε, κι αν υπήρχε καμιά τέτοια, ξέραμε ότι ήταν άρρωστος. Όμως σπάνια
αρρώσταινε. Μοναχικός τύπος -από ανάγκη, από παραξενιά, ποιος ξέρει... Οι
νεότεροι μόνο του τον θυμούνταν μια ζωή. Αγαπητός παρ' όλα αυτά στα παιδιά,
αφού ήταν αυτός που πουλούσε καραμέλες, μπαλόνια, μπισκότα, τσίχλες, φτηνά
παιχνιδάκια, όλα αυτά που μαγνητίζουν τις παιδικές ψυχές. Τα’ χε όλα σε δυο
μεγάλα κοφίνια που τα πέρναγε ένα στο δεξί και ένα στο αριστερό χέρι. «Ο
Παπίνας, ο Παπίνας» ξεφώνιζαν από χαρά τα κούτσικα, και ζητούσαν από τους
γονείς τους να τους πάρουν τα λαχταριστά «κοκοράκια».
Ο Παπίνας δε χαμογελούσε ποτέ, ούτε έκανε
αστεϊσμούς, πουλούσε μόνο πρόθυμα, ήρεμα, καταδεκτικά. Για τα μικρότερα παιδιά
αποτελούσε και ένα είδος φόβητρου που εντέχνως χρησιμοποιούσαν οι μανάδες όταν
τους βόλευε: «τώρα, να’ ρθει ο Παπίνας να σε πάρει, να σε βάλει σ’ ένα τσουβάλι
και να σε πουλήσει». Ασυλλόγιστα και απερίσκεπτα τον είχαν κάνει μπαμπούλα και,
έτσι όπως τον έβλεπαν τα παιδιά, σχεδόν μονίμως αξύριστο, και με το μυαλό τους
στις φοβέρες των μανάδων, τον έτρεμαν και δεν τον πλησίαζαν, αν δεν ήταν κάπου
κοντά δικοί τους. «Κι άμα μ’ αρπάξει και με χώσει σε κάνα τσουβάλι;»
Μεγαλώνοντας, βέβαια, τα μικρά ξεθάρρευαν, γιατί ο άνθρωπος κανέναν δεν πείραζε
ποτέ - πουλούσε απλώς καραμέλες, πιπίγκια, καραγκιοζάκια κι ένα σωρό άλλα πρωτοφανέρωτα
πραγματάκια στα μάτια των παιδιών. Και όταν τελικά τα πιτσιρίκια καταλάβαιναν
πως ήταν άκακος, ο φόβος τους γινόταν μίσος κρυφό -του άρχιζαν την καζούρα,
μιμούμενα τα μεγαλύτερα που δίναν το παράδειγμα. Του στήνανε πλάκες, τον
ξεφώνιζαν, τον χλεύαζαν… Αυτός δεν αντιδρούσε καθόλου, λες και δεν τον πείραζε,
λες και ήταν κάτι φυσιολογικό, κι έτσι κατέληγε στα μάτια όλων, σαν κάτι
φυσιολογικό.
Αργότερα, ήρθαν τα κυλικεία, τα περίπτερα, και ο
Θανάσης άρχισε να τα βρίσκει σκούρα με την πραμάτειά του. Συνέχισε να πουλάει
μέσα από τα κοφίνια του, συνέχισε να υπομένει ήσυχος ακόμη και τα πιο
κοροϊδιάρικα παιδιά, μέχρι που τα κοφίνια δεν άδειαζαν πια, κι αρχίσαν να
αραιώνουν οι εμφανίσεις του.
Ο Θανάσης ο Παπίνας έμενε από τότε που τον θυμάμαι σε
μια παλιά αποθήκη, αποθήκη με τα όλα της. Κρύα, σκοτεινή, γυμνή από νοικοκυριό.
Ένα «στρώμα» καταγής από φλοκάτη, μια παλιά καρέκλα, ένα χαμηλό τραπεζάκι. Όταν
πια τα χρόνια πέρασαν και τον κατέβαλαν -με γρήγορο ίσως ρυθμό, και δεν
πουλούσε πια τίποτα, οι νοικοκυρές τού πήγαιναν κάνα πιάτο φαΐ, πότε η μια,
πότε η άλλη. Έτσι μια μέρα μ’ έστειλε και μένα η μάνα μου με ένα πιάτο μπάμιες και
τότε είδα το εσωτερικό του «σπιτιού» του. Το δήθεν στρώμα, την παλιά καρέκλα,
τα κοφίνια κρεμασμένα από μεγάλα καρφιά στον τοίχο - αυτά τα κοφίνια που
έθρεψαν τους παιδικούς μας πόθους. Και τότε πια, στα τελευταία του σχεδόν, ο
Θανάσης ο Παπίνας έγινε συνάνθρωπος...
Αυτά, καλέ μου. Τι μου θύμισες!
Σε φιλώ
Αθηνά

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου