Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Ποια είναι η βάση της σωστής μελέτης;




Στη βάση της σωστής μελέτης βρίσκονται οι ορισμοί των λέξεων.

Πολλές φορές ακούμε ή λέμε κι εμείς ως δάσκαλοι ή καθηγητές στους μαθητές μας «να είσαι πιο προσεκτικός στη μελέτη σου», χωρίς όμως να ξεκαθαρίζουμε τι ακριβώς χρειάζεται να κάνουν.

Προσεκτική μελέτη δε σημαίνει απαραίτητα εξονυχιστική,  έξυπνη ή κάτι τέτοιο. Μελετάς έχοντας ακριβώς ως βάση το να είσαι προσεκτικός με το θέμα που μελετάς, και αυτό για το οποίο είσαι προσεκτικός είναι το εξής: καθώς προχωράς στη σελίδα, βλέπεις ξαφνικά τη λέξη π.χ. «αμπεμπαμπλόμ»… (για να χρησιμοποιήσω ένα τυχαίο παράδειγμα…)  
«Τι είναι αυτό;»

Αν συνεχίσεις και διαβάζεις με την ελπίδα πως η εξήγηση θα εμφανιστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από κάπου, σαν το μάννα εξ ουρανού, ή ότι θα καταλάβεις το νόημα «από τα συμφραζόμενα» (όπως πολλοί, και μάλιστα και εκπαιδευτικοί, συμβουλεύουν), θα βρεθείς σε μπελάδες! Αν δώσεις πρόχειρα μια ερμηνεία γι’ αυτή τη λέξη, που να φαίνεται σωστή, θα την έχεις πατήσει για τα καλά!
«Μα τι σημαίνει η λέξη αμπεμπαμπλόμ

Καλά θα κάνεις να το βρεις αμέσως. Αν προχωρήσεις παρακάτω, θα βρεθείς να περιφέρεσαι με μια απορία και ν’ αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που αποτελεί μυστήριο για σένα. Έπειτα θα καταλήξεις να νομίζεις ότι τα πάντα σχετικά με το θέμα είναι ένα μυστήριο…

Η λύση όμως είναι πολύ απλή:  
Αρκεί μόνο να ανατρέξεις σ’ εκείνη την παράγραφο που διάβασες πιο πριν, η οποία περιείχε μια λέξη που δεν κατάλαβες, και, φυσικά, δεν έβγαζε νόημα από εκεί και πέρα. Γιατί, όταν δεν καταλαβαίνεις μια λέξη, εμποδίζεις την επικοινωνία ανάμεσα στον εαυτό σου και σ’ αυτό που μελετάς.

Όπως και με τα άλλα εμπόδια στη μελέτη (απουσία μάζας και απότομη βαθμίδωση), μια ολόκληρη σειρά διαφορετικών οργανικών αντιδράσεων μπορεί να παρουσιαστεί όταν κάποιος διαβάζει παρακάτω, έχοντας προσπεράσει μία ή περισσότερες λέξεις που δεν καταλαβαίνει. Αυτά είναι:
Μια ξεκάθαρη αίσθηση κενού ή μια αίσθηση εξάντλησης.
Μια αίσθηση ότι το άτομο «είναι αλλού» και ένα είδος νευρικής υστερίας (υπερβολική ανησυχία) μπορεί να επακολουθήσουν.
Η σύγχυση ή η ανικανότητα ενός ατόμου να κατανοεί ή να μαθαίνει έρχονται μετά από παρανοημένες λέξεις!

Πιο συγκεκριμένα: 

Όταν ένας μαθητής αφήνει πίσω μια λέξη που δεν την έχει κατανοήσει, το κομμάτι αμέσως μετά απ’ αυτή τη λέξη αποτελεί κενό στη μνήμη του!
Δεν σας έχει τύχει να φτάσετε στο τέλος μιας σελίδας και να συνειδητοποιήσετε ότι δεν ξέρατε τι έχετε διαβάσει;
Π.χ.: Καθώς διαβάζουμε συναντάμε την πρόταση «Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έφτανε στο  λυκόφως της», και δεν μπορούμε να την καταλάβουμε. Η ανικανότητα όμως να καταλάβουμε και το κενό που δημιουργείται στη διάνοιά μας, προέρχεται από μία και μοναδική λέξη της οποίας δεν έχουμε τον ορισμό, τη λέξη «λυκόφως», που σημαίνει κυριολεκτικά:«το ημίφως αμέσως μετά τη δύση του ήλιου και ως το βράδυ, το σούρουπο», και μεταφορικά -όπως εδώ χρησιμοποιείται-,  «η τελευταία περίοδος για κάποιον ή για κάτι, η εποχή της φθοράς και της παρακμής».

Μπορεί κανείς να εντοπίσει τη λέξη ακριβώς πριν το κενό, να φροντίσει να την κατανοήσει και ν’ ανακαλύψει ότι, ως εκ θαύματος, η προηγούμενη κενή περιοχή πάνω στο θέμα που μελετά δεν είναι πια κενή.
Είναι σκέτη μαγεία!

Το άλλο πολύ σημαντικό, είναι ότι οι παρανοημένοι  ορισμοί (με όποιον τρόπο εξηγήσαμε στο προηγούμενο άρθρο), μπορούν να κάνουν έναν μαθητή ακόμα και να εγκαταλείψει τη μελέτη ενός θέματος και να παρατήσει ένα μάθημα ή και μια τάξη.

Όλοι μας γνωρίζουμε άτομα που άρχισαν με ενθουσιασμό κάποιο μάθημα, λίγο αργότερα όμως παράτησαν τη μελέτη με τη δικαιολογία ότι ήταν «βαρετή» ή ότι «δεν ήταν αυτό που νόμιζαν πως θα ήταν». Επρόκειτο να μάθουν μια τέχνη ή να φοιτήσουν σε νυχτερινό σχολείο για να πάρουν το απολυτήριό τους, αλλά ποτέ δεν έφτασαν ως το τέλος. Όσο λογικές κι αν είναι οι δικαιολογίες τους, το γεγονός είναι ότι παράτησαν το θέμα ή άφησαν το μάθημα. 

Ένα άτομο το κάνει αυτό για έναν πρωταρχικό λόγο:
τις παρανοημένες λέξεις.

Τα δύο άλλα εμπόδια στη μελέτη δεν έχουν απαραίτητα τέτοια επίδραση σε κάποιον. Απλά παράγουν σωματικά φαινόμενα. Αλλά η παρανοημένη λέξη μπορεί να κάνει έναν μαθητή να την κοπανήσει.
Κι αυτό συμβαίνει γιατί, όταν μια λέξη δεν γίνεται κατανοητή και ο μαθητής εισέρχεται σε κατάσταση μη-κατανόησης (κατάσταση κενού) σχετικά με τα αμέσως επόμενα, η λύση που βρίσκει τότε είναι να διαχωρίσει τον εαυτό του απ’ αυτό που μελετούσε και να πάψει να έχει οποιαδήποτε ανάμιξη μ’ αυτό.
Τώρα που ο μαθητής έχει διαφοροποιηθεί, που έχει διαχωριστεί από την περιοχή που μελετούσε, δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα το τι κάνει σε σχέση με το θέμα ή με σχετικά πράγματα ή δραστηριότητες. Και αυτή είναι η στάση που προηγείται της διάπραξης κάποιας επιζήμιας ενέργειας προς κάποιον ή κάτι.
Για παράδειγμα, ένας μαθητής στο σχολείο ο οποίος έχει παρανοημένες λέξεις σε κάποιο μάθημα, δεν θα ενδιαφέρεται για το τι θα συμβαίνει στην τάξη, πιθανώς θα κακολογήσει το θέμα στους φίλους του και μπορεί ακόμα και να προκαλέσει ζημιά στον εξοπλισμό της αίθουσας ή να χάσει το βιβλίο του μαθήματος.
Στη συνέχεια, προκειμένου να δικαιολογήσει τις ενέργειές του, θα επικαλεστεί τρόπους κατά τους οποίους αδικήθηκε» απ’ τους άλλους, και θ’ αρχίσει τα παράπονα, τη γκρίνια, και μια συμπεριφορά του στιλ «κοίτα τι μου κάνανε». Αυτοί οι παράγοντες δικαιολογούν στο μυαλό του μαθητή το να αποτραβηχτεί από το θέμα μελέτης.
Επειδή όμως, ως γνωστόν, στα περισσότερα συστήματα εκπαίδευσης η κοπάνα αποδοκιμάζεται, ο μαθητής καταλήγει να στήσει διανοητικούς μηχανισμούς, με τους οποίους μπορεί να μελετά κάποιες λέξεις και να τις αναπαράγει.
Ένα άτομο γενικά μπορεί να στήσει τέτοιους μηχανισμούς, όταν χάσει το ενδιαφέρον του γι’ αυτό που κάνει, νιώθει όμως ότι πρέπει να συνεχίσει να το κάνει. Έτσι μπορεί να έχουμε τον «γρήγορο» μαθητή ή τον «μαθητή φωστήρα», που μπορεί να πάρει άριστα στις εξετάσεις, αλλά δεν μπορεί στην πραγματικότητα να εφαρμόσει τα δεδομένα.
Απ’ την άλλη υπάρχει κι αυτός που –κακώς–χαρακτηρίζεται  ως «χαζός» μαθητής: έχει απλώς κολλήσει στην κατάσταση κενού, λόγω της έλλειψης κατανόησης  που ακολουθεί κάποια παρανοημένη λέξη. Δεν θα είναι σε θέση να αποτυπώσει και να επιδείξει την ύλη του.
Η λύση και για τις δύο καταστάσεις της «λαμπρής ακατανοησίας» ή της «χαζομάρας» είναι να βρεθεί η παρανοημένη λέξη.
Αυτό είναι το πιο σημαντικό στοιχείο στη μάθηση, και αυτό που ανοίγει πραγματικά την πόρτα στην εκπαίδευση!
Στους ορισμούς των λέξεων ανάγονται τα πάντα!

«’Αρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», όπως έχει διατυπωθεί και από τον αρχαίο φιλόσοφο.
(=προϋπόθεση για τη μάθηση είναι ἡ γνώση της σημασίας των λέξεων). 


Οι συνέπειες των παρανοήσεων στη διάνοια είναι τόσο πολυποίκιλες, που από μόνο του αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρωταρχικός παράγοντας ηλιθιότητας και πολλών άλλων πραγμάτων.

Αν ένα άτομο δεν είχε παρανοήσεις σε σχέση με κάποιο θέμα, μπορεί να μην είχε ταλέντο, αλλά θα μπορούσε να το εφαρμόζει. Το άτομο που δεν είναι επιδέξιο λ.χ. στη ζωγραφική, δεν αποσαφήνισε ή δεν κατάλαβε κάποια λέξη στο πεδίο αυτής της τέχνης, κι αυτό είχε ως συνέπεια την ανικανότητά του στη ζωγραφική.
(Με την ιδιότητά μου ως ζωγράφου, το έχω δει πολλές να συμβαίνει! Άτομα που ισχυρίζονταν ότι δεν μπορούσαν να τραβήξουν μια ίσια γραμμή, όταν γνώρισαν, αποσαφήνισαν και κατανόησαν τους βασικούς όρους της ζωγραφικής, μπορούσαν πλέον να ζωγραφίζουν! Μπορεί να μη ζωγράφιζαν έναν εξαίσιο πίνακα, αλλά θα ζωγράφιζαν πίνακες!)

Εδώ λοιπόν έχουμε έναν παράγοντα μεγάλου βεληνεκούς στο πεδίο της εκπαίδευσης. Μην τον παραμελείτε!

Στο επόμενο, θα δούμε αναλυτικότερα πώς μπορούμε να κάνουμε σωστά και αποτελεσματικά την αποσαφήνιση των λέξεων.


*Το υλικό γι’ αυτό το άρθρο έχει αντληθεί από κείμενα και διαλέξεις του L. Ron Hubbard με θέμα «Τεχνολογία Μελέτης».









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου