Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Έχε το νου σου στο παιδί... (2)



«Ως γονιός, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να βοηθήσεις ένα παιδί να μεγαλώσει σωστά και να γίνει αυτόνομο κι ευτυχισμένο; Αν το παιδί έχει κάποιο πρόβλημα, πώς μπορείς να συνεισφέρεις στην επίλυσή του; Τι χρειάζεται πάνω απ’ όλα ένα παιδί από ένα γονιό;»
Τα ερωτήματα αυτά -και πολλά άλλα- απασχολούν λίγο πολύ τον κάθε γονιό. Και, φυσικά, δεν υπάρχει μία και μοναδική απάντηση-λύση, ούτε ένας «ιδανικός» τρόπος διαπαιδαγώγησης...

Όπως είχαμε πει και στο προηγούμενο άρθρο, όποιος κανόνας ισχύει για τη συμπεριφορά ανδρών και γυναικών, ισχύει και για τα παιδιά. Με τη διαφορά ότι «τα παιδιά δεν μπορούν ακόμη να χειριστούν το περιβάλλον τους και δεν έχουν πραγματικά εφόδια. Χρειάζονται πολλή αγάπη και βοήθεια για να τα καταφέρουν».

Επιπλέον, «ένα παιδί μοιάζει λιγάκι σαν μια άγραφη πλάκα. Αν γράψεις τα λάθος πράγματα πάνω της, θα λέει τα λάθος πράγματα. Σε αντίθεση όμως με μια πλάκα, το παιδί μπορεί ν’ αρχίσει να γράφει από μόνο του. Και τείνει να γράφει ό, τι έχει ήδη γραφτεί». 
 
Συνεπώς, όπως έχουν πει και οι μεγαλύτεροι παιδαγωγοί, για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού σημασία έχει περισσότερο το γενικότερο περιβάλλον και η καθημερινή τριβή με τα άτομα που το απαρτίζουν, παρά η συστηματοποιημένη διδασκαλία. 

Το παράδειγμα που θα πάρει το παιδί από τα άτομα -του στενού κυρίως- περιβάλλοντός του, είναι πιθανόν ο πιο σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας,  των συνηθειών και των αρχών του!

Έχοντας αυτό υπόψη οι γονείς, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στο τι παράδειγμα δίνουν οι ίδιοι στο παιδί αλλά και σε τι παραδείγματα το «εκθέτουν» στο ευρύτερο περιβάλλον της ζωής τους.

Έπειτα, η τάση πολλών «μοντέρνων» γονιών να αφήνουν απλώς τα παιδιά να κάνουν ό, τι κάνουν χωρίς να παρεμβαίνουν και χωρίς να ασκούν κάποιον έλεγχο πάνω τους, δεν αποτελεί κατάλληλο τρόπο διαπαιδαγώγησης. Τα παιδιά που μεγαλώνουν έτσι, δεν πρόκειται να επικοινωνήσουν στ’ αλήθεια με κανέναν. Δεν θα ωριμάσουν ούτε θα αποκτήσουν εμπειρία στη ζωή, παρά μόνο αν ως γονείς τα καθοδηγήσουμε σωστά ώστε να μπορέσουν να κάνουν διάφορα πράγματα (να εργαστούν πάνω σε κάτι, να ασκηθούν, να μελετήσουν, να εκφράζουν γνώμη…)
 
«Τα παιδιά ανταποκρίνονται με μεγάλη προθυμία στον καλό έλεγχο και στην επικοινωνία, σίγουρα όμως χρειάζεται καλή επικοινωνία» και αρκετή υπομονή κι επιμονή για να ξεπεράσει ο γονιός τα όποια εμπόδια –όχι πειθώ, αλλά καλή επικοινωνία. Αν και οι περισσότεροι θεωρούν ότι η πειθώ έχει αποτελέσματα στα παιδιά, δεν συμβαίνει έτσι. Η επικοινωνία είναι που κάνει τη δουλειά.
...Δε χρειάζεται να ζορίζεις το παιδί. Μπες σε επικοινωνία μαζί του και ο έλεγχος θα επακολουθήσει ως κάτι το αναπόφευκτο. Αν, ωστόσο, παραλείψεις τον έλεγχο στην αρχή της ανατροφής του, το παιδί, που βασίζεται σ’ εσένα για ένα μεγάλο μέρος της καθοδήγησης και του ελέγχου που χρειάζεται, θα αισθάνεται εξαπατημένο. Θα νομίζει ότι δε νοιάζεσαι γι’ αυτό».

Οπότε, είτε χρησιμοποιείς άριστο έλεγχο με πολλή επικοινωνία είτε το αφήνεις απλά να μεγαλώσει, με όποιο ρίσκο εμπεριέχει αυτό... 

Και κάτι ακόμα: στα παιδιά, όπως και στους μεγάλους, δεν αρέσει να τα κακομεταχειρίζονται, να τα τραβολογάνε από δω κι από κει και να μη ρωτάνε τη γνώμη τους. Μπορείς όμως να μιλήσεις σ’ ένα παιδί και, αν το επίπεδο στοργής, πραγματικότητας και επικοινωνίας μαζί του είναι υψηλό, μπορείς να το πείσεις να κάνει ένα σωρό πράγματα. Αν του μιλάς λογικά, ήρεμα και στοργικά, θα καταλάβει ότι οι εντολές σου δεν παραμερίζουν εξολοκλήρου τη θέλησή του. Επομένως δεν είναι επικίνδυνες.
Μπορείς να αντιμετωπίσεις το παιδί και μπορεί κι εκείνο να σε αντιμετωπίσει.
Κατά συνέπεια, μπορείτε να κάνετε κάτι μαζί...

Δε λέει κανείς ότι η ανατροφή των παιδιών είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.  Έχεις να κάνεις με ζωντανά όντα, το καθένα ιδιαίτερο και μοναδικό! Και θα κοπιάσεις, και θα ταλαιπωρηθείς... Αν όμως σταθείς με πολλή στοργή και επικοινωνία πλάι στο παιδί, έχεις να δώσεις και να πάρεις πολλά!!!

«Αυτό που είναι πράγματι αποτελεσματικό είναι απλώς να προσπαθείς να είσαι φίλος του παιδιού. Είναι σίγουρα αλήθεια πως το παιδί χρειάζεται φίλους. Προσπάθησε να βρεις ποιο είναι το πρόβλημα του παιδιού πραγματικά και, χωρίς να καταπνίγεις τις δικές του λύσεις, προσπάθησε να βοηθάς να το λύνει. Παρατήρησέ το -αυτό ισχύει και για τα μωρά ακόμα. Άκουσε αυτό που σου λένε τα παιδιά για τη ζωή τους. Ένα παιδί εκ των πραγμάτων δεν τα πάει καλά χωρίς αγάπη. Τα περισσότερα παιδιά μπορούν να την ανταποδώσουν σε αφθονία...»

Το θέμα της ανατροφής των παιδιών είναι πολύ μεγάλο... Απλά το ανοίξαμε σήμερα!

Η συνέχεια στο επόμενο...

Σας ευχαριστώ!!!!

*Στο άρθρο έχουν χρησιμοποιηθεί στοιχεία από τα κείμενα «Αγάπα και βοήθα τα παιδιά» και «Πώς να ζεις με τα παιδιά», του L.R. Hubbard.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Έχε το νου σου στο παιδί...

             Κάποτε θα ‘ρθουν να σου πουν                
πως σε πιστεύουν, σ’ αγαπούν  
και πως σε θένε

Έχε το νου σου στο παιδί,
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε

Κάποτε θα ‘ρθουν γνωστικοί,
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν

Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί,
θα σε πουλήσουν

Και όταν θα ‘ρθουν οι καιροί
που θα ‘χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα
                                   Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
  υπάρχει ελπίδα.
(Παύλος Σιδηρόπουλος, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου) 

Ακούγοντας για πολλοστή φορά το υπέροχο αυτό τραγούδι, αναρωτήθηκα πώς τελικά «υπερασπιζόμαστε» το παιδί στον σύγχρονο δυτικό «πολιτισμό» μας, και πώς του συμπεριφερόμαστε ώστε να το βοηθήσουμε να γίνει ένας αυτόνομος κι ευτυχισμένος ενήλικας.


Η σκέψη μου πήγε συνειρμικά στη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού, η οποία ψηφίστηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 20 Νοεμβρίου 1989 και στη χώρα μας έχει νομική ισχύ. Σ’ αυτήν ορίζονται πολλές βασικές αρχές σχετικά με την ανατροφή και την προστασία των παιδιών (όλων δηλ. των ατόμων κάτω των 18), στην πράξη όμως πόσα απ’ αυτά γνωρίζουμε και πόσα τελικά εφαρμόζουμε;


Γνωρίζουμε ότι στις λεγόμενες «υπανάπτυκτες χώρες» καθημερινά καταπατούνται τα δικαιώματα των παιδιών λόγω αυταρχικών καθεστώτων, εμπόλεμων καταστάσεων, φτώχειας, χαμηλού επιπέδου μόρφωσης, φανατισμού, και άλλων αιτιών… Γνωρίζουμε ότι και στις «αναπτυγμένες χώρες» υπάρχει καθημερινή καταπάτηση των δικαιωμάτων του παιδιού, όπως διακρίσεις σε βάρος προσφυγόπουλων, εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, κακοποίηση παιδιών, και άλλα πολλά… Τι γίνεται με τα άλλα, τα απλά και καθημερινά, τα «ήσσονος σημασίας» ζητήματα;


Είναι βέβαια γεγονός ότι, με βάση και αφετηρία την παγκόσμια διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα Ηνωμένα Έθνη συμφώνησαν ότι τα παιδιά δικαιούνται ειδική βοήθεια και υποστήριξη. Είναι επίσης γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια τα δικαιώματα των παιδιών έγιναν περισσότερο αναγνωρίσιμα στην κοινωνία, περιλήφθηκαν στη διδακτέα ύλη των σχολείων, έγιναν αντικείμενο εκδηλώσεων, εκστρατειών ενημέρωσης και σεμιναρίων.


Η ευημερία του παιδιού θεωρείται ύψιστης σημασίας και έρχεται πρώτη σε όλους τους νόμους και σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις αφού, ως γνωστόν, τα παιδιά του σήμερα είναι ο πολιτισμός του αύριο…


Πέρα όμως από τα βασικά δικαιώματα επιβίωσης και προστασίας, τι γίνεται με εκείνα που θεωρούμε «αυτονόητα», και ως εκ τούτου τα παραβιάζουμε με μεγαλύτερη «άνεση» στον δικό μας, σύγχρονο, υπερ-εξελιγμένο κόσμο;


«Μιλώντας για τα δικαιώματα του παιδιού, ίσως το σημαντικότερο που χρειάζεται να τονιστεί αρχικά είναι το δικαίωμα στον σεβασμό, η αναγνώριση δηλαδή του ότι τα παιδιά είναι πολίτες του σήμερα και όχι του αύριο, όπως πολλοί συνηθίζουν να λένε, ότι δικαιούνται να τα ακούμε, να τα καταλαβαίνουμε, να σεβόμαστε την προσωπικότητα και τη γνώμη τους, να υπολογίζουμε τα συναισθήματά τους και τις συνέπειες των αποφάσεών μας σε αυτά. Στις συζητήσεις του Συνηγόρου του Παιδιού με χιλιάδες παιδιά όλων των ηλικιών, ένα πολύ συχνό παράπονο που ακούγεται από τα χείλη τους είναι ότι οι μεγάλοι τα υποτιμούν, δεν τα υπολογίζουν αρκετά και προτιμούν να τους δίνουν εντολές ή συμβουλές, παρά να τους εξηγούν και να συμφωνούν μαζί τους το πλαίσιο των ενεργειών τους. Ίσως αυτή η στάση συνδέεται με την ιδιοκτησιακή αντίληψη των ενηλίκων απέναντι στα παιδιά, που είναι ακόμη ισχυρή στην κοινωνία, ίσως όμως και με τη συνολικότερη έλλειψη εμπιστοσύνης…», όπως επισημαίνει ο κ. Γιώργος Μόσχος, Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού. (Δημοσίευση: 26 Νοεμβρίου 2017, στην εφημερίδα «Η Αυγή»)


Προς επίρρωση των παραπάνω επισημάνσεων, παραθέτω δυο πρόσφατα περιστατικά που έπεσαν στην αντίληψή μου και με προβλημάτισαν:

Περιστατικό 1ο: Μητέρα γύρω στα 35, σε καφετέρια, πίνει καφέ και κουβεντιάζει με φίλες. Τα δύο παιδάκια, 5 με 7 χρονών, κάθονται σε δύο καρέκλες κοντά στη μαμά. Το μεγαλύτερο παίζει επί μία ώρα με το smartphone που του έχει δώσει, βυθισμένο στον κόσμο του, ενώ το μικρότερο κουνιέται μπρος-πίσω και επαναλαμβάνει μονότονα, σαν θλιβερή επωδό: «Πάμε να φύγουμε, δεν αντέχω άλλο, Πάμε να φύγουμε, δεν αντέχω άλλο, Πάμε να φύγουμε, δεν αντέχω άλλο…». Η μαμά απτόητη συνεχίζει τον καφέ και την κουβέντα…


Περιστατικό 2ο: Μητέρα 9χρονου παιδιού, συχνά-πυκνά το «άρπαζε» και το κουβαλούσε στο νοσοκομείο για «ψύλλου πήδημα», αψηφώντας τις διαμαρτυρίες του, την ταλαιπωρία και τον κίνδυνο στα οποία το υπέβαλλε, καθώς και τις συστάσεις των γιατρών να μην ανησυχεί τόσο πολύ και να χειρίζεται τα μικροπροβλήματα με βάση τη λογική και τις γνωστές οδηγίες… Μέχρι που κάποιος γιατρός αγανακτισμένος της είπε: «Κυρία μου, αν ξαναταλαιπωρήσετε κατ’ αυτό τον τρόπο το παιδί, θα σας καταγγείλω για κακοποίηση ανηλίκου στον Συνήγορο για τα δικαιώματα του παιδιού!»


Αυτά τα φαινομενικά ασήμαντα περιστατικά, δείχνουν κάποιες αντίθετες τάσεις στην ανατροφή των παιδιών από τους σημερινούς γονείς: την αδυναμία ανάληψης ευθύνης για την ανατροφής του παιδιού αφενός, με παράλληλη επικράτηση των εγωκεντρικών επιθυμιών και των «δικαιωμάτων» των γονιών να περνούν καλά με βάση το σύγχρονο lifestyle… Και την υπερπροστασία -λόγω άγνοιας ή υπερβολικής ανησυχίας- αφετέρου, που καταλήγει σε καταπίεση και ψυχολογική κακοποίηση του παιδιού…


Και στις δύο περιπτώσεις, η στάση του γονιού στερείται υπευθυνότητας…


Και… τι να πει κανείς για το πιο σύνηθες και διαδεδομένο φαινόμενο στην Ελλάδα του σήμερα, της καταπάτησης του δικαιώματος των παιδιών στην ανάπαυση και τον ελεύθερο χρόνο, στον οποίο μπορεί να παίξει και να συμμετέχει ελεύθερα στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή.
Τα σημερινά παιδιά και οι έφηβοι στη χώρα μας, ζουν το παράδοξο φαινόμενο της -επιβεβλημένης συχνά- συμμετοχής τους σ’ έναν «αγώνα δρόμου» από φροντιστήρια ξένων γλωσσών σε φροντιστήρια για τα σχολικά μαθήματα, σε δραστηριότητες και κάθε λογής υποχρεώσεις που στερούν από τα παιδιά το δικαίωμα της επιλογής, της ανάπαυσης και του παιχνιδιού, προκαλώντας πίεση, ποικίλες αντιδράσεις ή και ψυχοσωματικά προβλήματα… (Πρόσφατα έμαθα δύο περιστατικά καλών μαθητών της Γ’ Λυκείου, με συμπτώματα έντονης κόπωσης, τάσεις κατάθλιψης και εγκατάλειψης κάθε προσπάθειας, που φτάνουν μέχρι και τάσεις αυτοκτονίας στο ένα περιστατικό…)


Απλώς παραθέτω: το άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού ορίζει ότι κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να ακούγεται και να εκφράζει τη γνώμη του για όλα τα ζητήματα και τα θέματα που αφορούν στη ζωή του, και υποχρεώνει τους ενήλικες να τη λαμβάνουν υπ’ όψιν σε όλες τις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες που το αφορούν. Μάλιστα, όσο μεγαλύτερο είναι το παιδί, τόσο περισσότερο πρέπει να ακούγεται η γνώμη του.


Αλλά και τα επόμενα άρθρα, που κάνουν λόγο για το δικαίωμα στην έκφραση της προσωπικότητας, στην πληροφόρηση, στις πεποιθήσεις, στην κοινωνική συμμετοχή και στην ιδιωτική ζωή των παιδιών, έχουν μεγάλη αξία, δυστυχώς όμως συχνά στην πράξη υποτιμούνται. 



Αναμφίβολα, οι γονείς προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο δυνατό στην ανατροφή των παιδιών τους, αλλά οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν τη διαδικασία της ανατροφής ως ένα θέμα που θα το χειριστούν «βλέποντας και κάνοντας». Κάποιοι προσπαθούν να αναθρέψουν τα παιδιά τους όπως μεγάλωσαν οι ίδιοι. Άλλοι χωρίς να αναλαμβάνουν καμία πραγματική ευθύνη, απλώς τα αφήνουν να μεγαλώσουν «μόνα τους» και να κάνουν ό, τι θέλουν, ενώ άλλοι υιοθετούν έναν υπερ-προστατευτικό τρόπο, που δεν επιτρέπει την αυτοβουλία και την αυτονόμηση του παιδιού…


Πώς λοιπόν θα έπρεπε οι γονείς να μεγαλώνουν τα παιδιά έτσι ώστε να μην καταπατούν την έμφυτη αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά τους, αλλά και χωρίς να παραβιάζονται τα δικά τους δικαιώματα ως ενηλίκων; Να μη διαλύουν το ηθικό τους αλλά και να μη δημιουργούν μικρούς «δυνάστες» που θα γίνουν αργότερα δύστροποι και αγνώμονες ενήλικες; Πώς να τα βοηθούν ν’ αναπτύξουν τη δική τους αυτοβουλία και πρωτοβουλία και να παίρνουν τις δικές τους επιβιωτικές αποφάσεις, σεβόμενοι παράλληλα και τα δικαιώματα των άλλων;


Τα παιδιά δεν είναι μικρογραφίες ανθρώπων, με «μικρότερα» ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι ολοκληρωμένες οντότητες με δικαιώματα ισάξια με αυτά των ενηλίκων.

Και όπως λέει και ο φιλόσοφος-ανθρωπιστής L. R. Hubbard: «Ένα παιδί δεν ανήκει σε κάποια ιδιαίτερη κατηγορία ζώου, διαφορετική από το ανθρώπινο γένος. Το παιδί είναι ένας άντρας ή μια γυναίκα που δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως. Όποιος κανόνας ισχύει για τη συμπεριφορά ανδρών και γυναικών, ισχύει και για τα παιδιά». 



Σας ευχαριστώ!!!!


Η συνέχεια στο επόμενο άρθρο…


Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

Περί ποινών



            Βρέθηκα τις προάλλες σε μια συντροφιά φίλων συναδέλφων. Η βραδινή μας έξοδος ακολούθησε τη συνήθη διαδικασία· δειπνήσαμε, σχολιάσαμε τα εδέσματα, απολαύσαμε τη χαρά της συνεύρεσης με συνοδεία μετρημένου οίνου, κάναμε τις παρατηρήσεις και τα σχόλια για τον χώρο που μας φιλοξενούσε. Η συνέχεια της βραδιάς επίσης συνήθης, σχεδόν «επιβεβλημένη» από την ποιότητα της ομήγυρης· άνοιξε ένας κύκλος θεμάτων, επικαιρότητας και διαχρονικών, και σε ένα από αυτά επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον και η σκέψη των συνδαιτυμόνων: «η ποινή στους μαθητές αλλά και στην κοινωνία εν γένει». Ειδικότερα: «πόσο δημοκρατικό είναι να επιβάλλουμε τις ίδιες ποινές, σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους για τα ίδια παραπτώματα;»

            Το ερώτημα προκλητικό στα όρια της ανατροπής. Η αυθόρμητη, αλλά και απολύτως προσδοκώμενη ή μάλλον προβλέψιμη απάντηση φέρει στο προσκήνιο της συζήτησης την «ισονομία», έννοια ταυτόσημη της δημοκρατίας κατά την εποχή της ανάδειξής της στην πολιτική ως απόσταγμα φιλοσοφικής σκέψης πολλών γενεών στην αρχαία πατρίδα. Όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους καταγωγή. Η αριστοκρατία υποχωρεί· δεν μπορούν πλέον τα κοινωνικά κριτήρια να καθορίσουν το μερίδιο ευθύνης του πολίτη, αλλά η βούληση και η ικανότητα στο πολιτεύεσθαι. «Μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ' ἀρετῆς προτιμᾶται» Θουκυδίδου, Περικλέους Επιτάφιος.

            Οδηγούμαστε νομοτελειακά σε μια «ομοιομορφία»· η δημοκρατία έχει οδηγήσει στο κώνειο ένα σπουδαίο τέκνο της, τον Σωκράτη, και ο καλύτερος μαθητής του, υπέρμαχος της αριστοκρατικής αντίληψης, αντιδρά με το φιλοσοφικό του έργο, προτείνοντας την ισχύ των Νόμων ως υποκατάστατο του Νου που δεν μπορεί να επιβληθεί δηλαδή να κυβερνήσει. Στην «Πολιτεία», στους «Νόμους», στον «Κρίτωνα» ο Πλάτωνας τεκμηριώνει την απόφαση του Σωκράτη να υπομείνει τους νόμους της πατρίδας του και να πεθάνει, αν και αμφισβητεί την ουσία των κατηγοριών που του προσάπτουν για «καινά δαιμόνια και διαφθορά των νέων».

            Κανείς δεν μπορεί να «διακριθεί»· όλοι κρίνονται από τον ίδιο νόμο που έχει θεσπίσει η πολιτεία, με τα ίδια μέτρα και σταθμά. Ακούγεται, αλλά είναι ωραίο; Ακούγεται, αλλά είναι αυτό δημοκρατικό; Με άλλα λόγια δε θα πρέπει μέσα στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας να αναγνωρίζεται στον πολίτη το δικαίωμα του «σφάλλειν»; Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι οι νόμοι διαφέρουν από τόπο σε τόπο, ότι αλλάζουν από εποχή σε εποχή, αντιλαμβανόμαστε την αξία που αποκτά γι’  αυτή καθ’ εαυτήν την έννοια της δημοκρατίας το «σφάλλειν». Η αλλαγή, η ανατροπή, η επανάσταση, έννοιες καταγεγραμμένες στη συνείδηση των περισσοτέρων ως δημοκρατικά τέκνα, ως παραφυάδες του δημοκρατικού δέντρου,  θα καταστέλλονταν εν τη γενέσει τους. Μόνο οι δικτάτορες είναι «αλάνθαστοι».
             
            Είναι η δημοκρατική κοινωνία μία ελεύθερη κοινωνία. Τούτο δεν σημαίνει, σε καμία των περιπτώσεων, ότι δεν είναι απαραίτητες οι ποινές για τη λειτουργία της. Η ποινή, αν και αρνητικό, είναι δικαίωμα. Ο Ντοστογιέβσκι πιστεύει ότι η ελευθερία υπάρχει στο παράπτωμα, άρα, αφού παράπτωμα χωρίς τιμωρία δε νοείται, η τιμωρία είναι το τίμημα της ελευθερίας. Ο καταλογισμός των ποινών επενεργεί διπλά· και σωφρονιστικά και παραδειγματικά κατά τον Πλάτωνα («ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα», Πλάτωνος Πρωταγόρας, 324b).
            
           Η ελευθερία στη δημοκρατία εδράζεται στο «κατά συνείδησιν πράττειν» και όχι στη βία του νόμου. Ἀνὴρ δίκαιός ἐστιν οὐχ ὁ μὴ ἀδικῶν, ἀλλ’ ὅστις ἀδικεῖν δυνάμενος μὴ βούλεται. Το «δαχτυλίδι του Γύγη» (Πλάτωνος Πολιτεία, 2.359d-2.360d) μπορεί να επιβεβαιώσει την προηγηθείσα πρόταση. Υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ δικαίου και δικαιοφανούς και οριοθετείται η διαφορά μεταξύ νομικού εξαναγκασμού και συνειδητής επιλογής. Συνεπώς και μεταξύ ελεύθερου πολίτη και υπάκουου υπήκοου, μεταξύ ενεργού πολίτη και αδιάφορου, υποταγμένου στην αδράνεια και τον φόβο. Πώς μπορούμε να τιμωρήσουμε αυτούς τους δύο με τον ίδιο τρόπο χωρίς να τους έχουμε τεντώσει ή πετσοκόψει κατά περίσταση ξαπλώνοντάς τους στο –άδικο- κρεβάτι του Προκρούστη;

            Μπορούμε να προσθέσουμε μία ακόμη παράμετρο στην όλη διερεύνηση· αυτή του πληγωμένου αισθήματος της δικαιοσύνης του «παραβάτη». Ένας συνειδητά νομοταγής πολίτης αισθάνεται να «αδικείται», όταν η πολιτεία τον τιμωρεί με την ίδια ισχύ για ένα κατά περίσταση «σφάλμα», όπως ακριβώς θα τιμωρούσε και έναν μη νομοταγή ή νομιμοφανή πολίτη. Εξομοιώνεται και αναρωτιέται γιατί να είναι γενικότερα νομοταγής και δίκαιος, μία σχετικά επιπόλαιη, ωστόσο ανθρωπίνως δυνατή αντίδραση. Στις περισσότερες περιπτώσεις βέβαια ισχύει η εξής παραδοχή: η δικαιοσύνη απονέμεται, αφού ληφθεί υπόψη ο βίος και η πολιτεία του ατόμου. Ώστε, όπως ήδη εντοπίσαμε («ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη») αυτός που τιμωρεί με βάση τη λογική δεν τιμωρεί την πράξη (αφού για την ίδια πράξη επιβάλλεται η ίδια ποινή), αλλά τιμωρεί τον ανθρώπινο χαρακτήρα με σκοπό τον σωφρονισμό. Αυτό, στην περίπτωση του νομοταγούς, είναι άτοπο.

            Η παράμετρος που σχετίζεται με το αίσθημα δικαιοσύνης του νομοταγούς πολίτη, μπορεί να συσχετιστεί με την απαίτηση πολλών συνανθρώπων μας, στα πλαίσια πάντα της δημοκρατίας, οι ποινές να είναι πιο αυστηρές στους ισχυρά πολιτικά άνδρες -και στις ισχυρές πολιτικά γυναίκες βεβαίως- ώστε να αποτρέπονται, όταν επιχειρούν να αποδυναμώσουν το πολίτευμα. Δεν είναι δυνατόν να επιβάλλουμε λ.χ. την ίδια ποινή στον υπουργό ο οποίος εκμεταλλεύεται την ισχύ που του προσφέρει η θέση του για να διορίσει στον δημόσιο τομέα συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα και στην καθαρίστρια που εξαπάτησε το δημόσιο για να ζήσει την οικογένειά της.

            Το «απόλυτο» είναι χαρακτηριστικό των απολυταρχικών καθεστώτων. Δεν είναι τυχαίο ότι η θανατική ποινή βρίσκεται σε ισχύ και εφαρμόζεται σε τέτοια καθεστώτα αν και –δυστυχώς- όχι μόνο σε αυτά. Ο θεσμός της δικαιοσύνης είναι κατάκτηση της δημοκρατικής αντίληψης. Δεν μπορώ να φανταστώ –δηλαδή δεν μπορώ να αποδεχτώ- ότι θα ζήσουμε, εμείς και οι μαθητές μας, τα παιδιά μας, σε έναν κόσμο στον οποίο για όλα θα αποφασίζουν οι αλγόριθμοι. Δεν επιθυμώ, δε συνηγορώ, «δεν υπογράφω», όπως θα έλεγε και ο Ζορμπάς· δεν υπογράφω την επιταγή που οδηγεί την πρόοδο –στο όνομα της τάξης των πραγμάτων- εκεί όπου θα εντοπίζονται οι «παράνομες» πράξεις από άψυχες μηχανές-ρομπότ οι οποίες θα επεμβαίνουν αυτόκλητες και θα «εξαφανίζουν» κάθε παρανομία, κάθε εκτροπή, χωρίς δίκη, χωρίς αιδώ. Ένας που «αδικεί» παραβαίνοντας τον νόμο, μπορεί να υπηρετεί κάτι υψηλότερο, μια νέα, επαναστατική και ελπιδοφόρα ιδέα. Ας αναρωτηθούμε τουλάχιστον ποιους εξυπηρετεί αυτού του είδους η απολιτική διαχείριση.

            Εκείνο το βράδυ δεν εξαντλήσαμε το θέμα. Πώς άλλωστε; Ένας από εμάς επιχείρησε προς στιγμή να βάλει και τη διαλεκτική στο τραπέζι μας, επιχειρώντας μια –εύστοχη- σύνδεση της κεντρικής συζήτησης με την «πάλη των τάξεων». Ωστόσο είχε ήδη επέλθει η κόπωση και ο στόχος είχε επιτευχθεί· είχαν εκτεθεί οι βασικοί προβληματισμοί και είχαν τεθεί οι βάσεις για νοητική κατά μόνας επεξεργασία ενός ζητήματος που απασχολεί  σε καθημερινή βάση την εκπαιδευτική κοινότητα.

         Την επομένη το πρωί, κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος των μαθημάτων, ο ίδιος συνάδελφος πρόσθεσε τον επίλογο: «μόνο στο νεκροταφείο επικρατεί απόλυτη τάξη και νόμος».

                                                                                   

                                                                                    Χαλκίδα, 6 Νοέμβρη 2019

                                                                                                Κ. Δ. Γιαννάκος